Δημοκρατία. Βαρετή λέξη. Οτι πιάνουν στο στόμα τους οι πολιτικοί καταντάει βαρετό. Με το που θα αρχίσουν να μιλάνε γι' αυτό, περίπου σιγουρεύσαι ότι δεν είναι ενδιαφέρον σαν θέμα και καλύτερα να το αφήσεις στην αρμοδιότητά τους. Βαρετή λέξη το ξαναλέω. Που της γίνεται σπάταλη και αλόγιστη χρήση σε επετείους. Και λόγους πολιτικών.
Τα λεξικά και τα εγχειρίδια λένε ότι Δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου η εξουσία πηγάζει και ασκείται από τον λαό. Αλλά τι ξέρουν τα λεξικά και τα εγχειρίδια; Σε ποια σύγχρονη Δημοκρατία ασκείται η εξουσία από τον λαό; Σε καμμιά. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το είχαμε μάθει.
Για το τυρί φέτα υπάρχει πατέντα. Δεν μπορεί ο καθένας να φτιάξει ένα τυρί και να το ονομάσει φέτα. Για την Δημοκρατία δεν υπάρχει πατέντα. Δυστυχώς. Δεν υπάρχει πατέντα διότι δεν φρόντισαν και οι εφευρέτες της πρόγονοι. Μάλλον από υπερβολική εμπιστοσύνη σε μας. Τα βλαστάρια τους. Κι έτσι αρχίζει και μπλέκει το πράγμα.
Ο καθένας, κυριολεκτικά όμως ο καθένας, μπορεί να στήσει ένα ωραίο συστηματάκι και να το ονομάσει Δημοκρατία. Διότι μπορεί η Δημοκρατία σαν λέξη αιωνίως να φθείρεται, διατηρεί όμως μια γοητεία με έναν τρόπο παράδοξο. Κι έτσι έχουμε συνταγματική, συγκεντρωτική, ισλαμική, προεδρική, χριστιανική και ότι ακόμη φανταστείς Δημοκρατία. Αλλά Δημοκρατία δεν έχουμε.
Στην αρχαία Δημοκρατία μαζευότανε όλοι, πίνανε τον καφέ τους, νομοθετούσανε κι αποφασίζανε. Αμα θέλανε να δικάσουνε τραβούσανε κλήρο, κλήρο ναι, βγάζαν πενήντα δικαστές και καθαρίζανε. Στό “όλοι” κρύβεται το μυστικό. Οσο περισσότεροι αποφασίζουνε τόσο μικραίνει η πιθανότητα να πάρουν λάθους απόφαση. Και το αντίθετο.
Στην μοντέρνα Δημοκρατία, την γνωστή και με τα καλλιτεχνικά ψευδώνυμα αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική και τα τοιαύτα το “όλοι” κόπηκε. Τώρα ο λαός κυβερνάει δι' αντιπροσώπου. Και πρόκοψε. Ο αντιπρόσωπος. Οχι ο λαός.
Μερικές μάλιστα σύγχρονες Δημοκρατίες έχουνε επικεφαλής Βασιλιά. Ισα ίσα για να μην ξεχνάνε οι λαοί το πρόσφατο βαρβαρικό παρελθόν τους. Και να 'χουν και οι κουτσομπόλες εφημερίδες κι εκπομπές ύλη. Οι ανόητοι ινδάλματα. Και οι πεταχτούλες να ονειρεύονται πρίγκηπες με στραφταλίζουσες στολές και λοφία.
Στην δι' αντιπροσώπων λοιπόν Δημοκρατία η εξουσία ασκείται “χάριν του λαού”. Μας κάνουν την χάρη δηλαδή. Οι αντιπρόσωποί μας. Οι δε εξουσίες είναι τρεις. Σαν τα τρία κακά της μοίρας μας, θεός φυλάξοι: Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική. Αυτή η βαρύγδουπη ταξινόμηση έχει έναν απλό πονηρό σκοπό. Να αφαιρέσει την εξουσία από τον απλό πολίτη.
Ο απλός πολίτης, για να μην τον ταλαιπωρεί και πολύ η σύγχρονη Δημοκρατία, πάει μια φορά στα τέσσερα χρόνια, ψηφίζει έναν αντιπρόσωπο και τελειώνει η δουλειά του. Αυτή είναι. Δεν έχει άλλο. Πάπαλα.
Μετά αναλαμβάνουν οι ειδικοί. Οι ειδήμονες. Αυτοί που ξέρουν. Πως να κυβερνήσουν, να νομοθετήσουν και να δικάσουν. Διότι στην σύγχρονη Δημοκρατία για να πάρεις μέρος πρέπει να χεις μια γνώση, μια ειδικότητα, ένα ECDL. Οχι απλός πολίτης. Ολοι ίσα κι όμοια.
Τώρα πόσο ξέρουν αυτοί οι ειδήμονες θεός, κι η ψυχή τους. Και το μαύρο μας το χάλι. Που πιστοποιεί ότι ή οι ειδήμονες δεν ξέρουν τι τους γίνεται ή ασκούν ότι ασκούν τέλοσπάντων, όχι “χάριν του λαού”, αλλά χάριν της τσέπης τους, της οικογένειάς τους, του φίλου, του μπατζανάκη ή και του εργοδότη τους.
Ούτως ή άλλως αυτοί οι ειδικοί μερίμνησαν ώστε ότι κιαν κάνουν να μένουν ατιμώρητοι. Ποινικά εννοώ. Ακόμη κιαν αθετούν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις. Ακόμη κιαν βάλουν το χέρι στο μέλι. Θέλετε να μετρήσουμε τους τιμωρημένους;
Ο απλός πολίτης αναρωτιέται τι να ψηφίσει. Για να μην του βγει μια από τα ίδια. Οπως συνέβη εκατοντάδες φορές. Κι όσο το κάνει αυτό ξαναγυρνάμε εκεί που αρχίσαμε. Φαύλος κύκλος. Διότι δεν έχει να κάνει με τους ανθρώπους. Εχει να κάνει με το σύστημα. Το σύστημα αυτό δεν είναι Δημοκρατία. Είναι ένα ωραίο κόλπο.
Θα έχουμε Δημοκρατία όταν ο απλός πολίτης θα ψηφίζει το νομοσχέδιο για να γίνεται νόμος.
Θα έχουμε Δημοκρατία όταν για να επιλέξουμε κυβέρνηση θα τραβάμε κλήρο μεταξύ μας όλοι. Κλήρο ναι. Λαχνό. Κλήρωση. Ακόμα και οι αντιδραστικοί πολιτικά αρχαίοι στοχαστές αναγνωρίζουν ότι η κλήρωση είναι ο δημοκρατικός τρόπος επιλογής. Η εκλογή είναι ολιγαρχικός.
Θα έχουμε δημοκρατία όταν θα τραβάμε κλήρο μεταξύ μας για να επιλέξουμε δικαστές για μία υπόθεση. Κλήρωση πάλι. Οχι επαγγελματίες.
Ο πολίτης είναι επάγγελμα. Ο πολίτης είναι ΤΟ επάγγελμα. Είναι δουλειά. Πολύ σοβαρή μάλιστα. Οχι δικαιώματα και κουραφέξαλα.
Και δεν έχει πολλές “δημοκρατίες”. Μία είναι η Δημοκρατία. Ολα τα άλλα δεν είναι καν απομίμηση.
.
Τρίτη 30 Μαρτίου 2010
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008
Αδαούς απορία.
Ως μη έχων ειδικές γνώσεις περί οικονομίας και τα σχετικά με την οικονομία τεχνικά ζητήματα κατατάσσω τον εαυτό μου στους αδαείς. Οπως δηλαδή είμαι αναγκασμένος να κάνω και με πολλά άλλα θέματα για τα οποία δεν διαθέτω κάποια ειδική τεχνική γνώση.
Βρίσκομαι λοιπόν σε δυσχερή θέση όταν χρειάζεται να εκφράσω την άποψη και την γνώμη μου για ένα τέτοιο ζήτημα όπως η λειτουργία της οικονομίας. Από τη μια η εκσυγχρονισμένη θεώρηση περί λειτουργίας του δημοκρατίας απαιτεί να έχει κανείς ειδική τεχνική γνώση των ζητημάτων όταν πρόκειται να εκφέρει άποψη. Από την άλλη, οι παλαιόθεν εφευρέτες και κατέχοντες την σχετική περί δημοκρατίας πατέντα πρόγονοι, επιμένουν ότι όλοι οι πολίτες έχουν δημοκρατική υποχρέωση να συμβάλλουν με απόψεις και τοποθετήσεις στον δημόσιο δημοκρατικό διάλογο. Είναι ένα προσωπικό αδιέξοδο τελικά αυτό στο οποίο ευρίσκομαι.
Ενθυμούμενος όμως την ηρωϊκή ρήση ότι “στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα”, σκέφθηκα να προβάλλω το επιχείρημα ότι σε έναν δημόσιο διάλογο δεν έχουν αξία και βαρύτητα μόνο οι απόψεις και οι γνώμες αλλά και οι απορίες. Ναι οι απορίες. Ακόμη και των αδαών. Ωστε να έχω και εγώ κάτι να συνεισφέρω. Και για να διατηρήσω κάπως το δημοκρατικό μου δικαίωμα να ζητώ και να λαμβάνω τον λόγο. Ελπίζοντας πως εκφράζοντας απορία και όχι γνώμη ούτε τους εκσυγχρονιστές δημοκράτες που απαιτούν πιστοποιητικά επιστημονικής κατάρτισης πριν από την έκφραση γνώμης θα εξοργίσω, ούτε όμως και θα παρεκκλίνω από τις προγονικές δημοκρατικές προσταγές.
Υπάρχει λοιπόν το γνωστό θεώρημα ότι μία ελεύθερη αγορά αυτορυθμίζεται. Με τέτοιο τρόπο μάλιστα, ώστε στο τέλος οι δυνάμεις του ανταγωνισμού σε συνδυασμό με τις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης να λειτουργήσουν προς όφελος του πολίτη καταναλωτή. Οτι δηλαδή αν ο έμπορος Α πωλεί το εμπόρευμα E στην τιμή T και ο έμπορος Β πωλεί το ίδιο εμπόρευμα E στην τιμή T – X τότε θα αναγκαστεί, λόγω των ανωτέρω δυνάμεων, και ο έμπορος Α να χαμηλώσει την τιμή πώλησης του εμπορεύματος Ε, ώστε να παραμείνει “ανταγωνιστικός”. Και εν τέλει ωφελημένος από αυτή την πτώση των τιμών που επιβάλλει ο από μηχανής θεός ανταγωνισμός, θα βγει ο πολίτης καταναλωτής.
Δεν τολμώ να εκφράσω ανοιχτά την βαθύτατή μου δυσπιστία προς το ανωτέρω θεώρημα για λόγους που ήδη εξήγησα. Είμαι όμως αναγκασμένος, για να μην αδικήσω και την λογική, να ερωτήσω: υπάρχει κάποια απόδειξη για το παραπάνω θεώρημα;
Το ερώτημά μου δεν είναι καθόλου ρητορικό. Η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι οι τιμές των διαφόρων αγαθών πάντα αυξάνονται. Σε μία μάλιστα πρόχειρη έρευνα που διενήργησα μεταξύ γειτόνων συμπολιτών μου είχαν και εκείνοι την ίδια γνώμη και ουδείς διαπίστωσε κάποια άξια λόγου πτώση των τιμών κατά την διάρκεια της ζωής του. Ακόμη και οι πρεσβύτεροι.
Προσπαθώντας να κάνω τον “δικηγόρο του διαβόλου”, υπενθύμισα σε ορισμένους ότι, για παράδειγμα, μετά την απελευθέρωση της τηλεφωνίας απολαμβάνουμε όλοι, λόγω της δυνάμεως του ανταγωνισμού, χαμηλώτερες τιμές στις υπηρεσίες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας. Και ακόμη ότι μετά την εμφάνιση των αλυσίδων πολυκαταστημάτων μας διατέθηκε ένας ολόκληρος κόσμος από αγαθά σε πολύ προσιτές τιμές.
Μου αντέτειναν, μερικοί μάλιστα επιτιμώντας με, ότι “δεν ξέρω τι μου γίνεται, διότι αν ήξερα, τότε γιατί με τόσες προσιτές τιμές και τόσα φτηνά τηλέφωνα και χίλια δυο, το μηνιάτικο εξανεμίζεται από την πρώτη κιόλας εβδομάδα”.
Δεν μπόρεσα να απαντήσω στο αντιεπιστημονικώτατα διατυπωμένο ερώτημά τους. Υπάρχει άραγε απάντηση στο δικό μου;
.
Βρίσκομαι λοιπόν σε δυσχερή θέση όταν χρειάζεται να εκφράσω την άποψη και την γνώμη μου για ένα τέτοιο ζήτημα όπως η λειτουργία της οικονομίας. Από τη μια η εκσυγχρονισμένη θεώρηση περί λειτουργίας του δημοκρατίας απαιτεί να έχει κανείς ειδική τεχνική γνώση των ζητημάτων όταν πρόκειται να εκφέρει άποψη. Από την άλλη, οι παλαιόθεν εφευρέτες και κατέχοντες την σχετική περί δημοκρατίας πατέντα πρόγονοι, επιμένουν ότι όλοι οι πολίτες έχουν δημοκρατική υποχρέωση να συμβάλλουν με απόψεις και τοποθετήσεις στον δημόσιο δημοκρατικό διάλογο. Είναι ένα προσωπικό αδιέξοδο τελικά αυτό στο οποίο ευρίσκομαι.
Ενθυμούμενος όμως την ηρωϊκή ρήση ότι “στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα”, σκέφθηκα να προβάλλω το επιχείρημα ότι σε έναν δημόσιο διάλογο δεν έχουν αξία και βαρύτητα μόνο οι απόψεις και οι γνώμες αλλά και οι απορίες. Ναι οι απορίες. Ακόμη και των αδαών. Ωστε να έχω και εγώ κάτι να συνεισφέρω. Και για να διατηρήσω κάπως το δημοκρατικό μου δικαίωμα να ζητώ και να λαμβάνω τον λόγο. Ελπίζοντας πως εκφράζοντας απορία και όχι γνώμη ούτε τους εκσυγχρονιστές δημοκράτες που απαιτούν πιστοποιητικά επιστημονικής κατάρτισης πριν από την έκφραση γνώμης θα εξοργίσω, ούτε όμως και θα παρεκκλίνω από τις προγονικές δημοκρατικές προσταγές.
Υπάρχει λοιπόν το γνωστό θεώρημα ότι μία ελεύθερη αγορά αυτορυθμίζεται. Με τέτοιο τρόπο μάλιστα, ώστε στο τέλος οι δυνάμεις του ανταγωνισμού σε συνδυασμό με τις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης να λειτουργήσουν προς όφελος του πολίτη καταναλωτή. Οτι δηλαδή αν ο έμπορος Α πωλεί το εμπόρευμα E στην τιμή T και ο έμπορος Β πωλεί το ίδιο εμπόρευμα E στην τιμή T – X τότε θα αναγκαστεί, λόγω των ανωτέρω δυνάμεων, και ο έμπορος Α να χαμηλώσει την τιμή πώλησης του εμπορεύματος Ε, ώστε να παραμείνει “ανταγωνιστικός”. Και εν τέλει ωφελημένος από αυτή την πτώση των τιμών που επιβάλλει ο από μηχανής θεός ανταγωνισμός, θα βγει ο πολίτης καταναλωτής.
Δεν τολμώ να εκφράσω ανοιχτά την βαθύτατή μου δυσπιστία προς το ανωτέρω θεώρημα για λόγους που ήδη εξήγησα. Είμαι όμως αναγκασμένος, για να μην αδικήσω και την λογική, να ερωτήσω: υπάρχει κάποια απόδειξη για το παραπάνω θεώρημα;
Το ερώτημά μου δεν είναι καθόλου ρητορικό. Η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι οι τιμές των διαφόρων αγαθών πάντα αυξάνονται. Σε μία μάλιστα πρόχειρη έρευνα που διενήργησα μεταξύ γειτόνων συμπολιτών μου είχαν και εκείνοι την ίδια γνώμη και ουδείς διαπίστωσε κάποια άξια λόγου πτώση των τιμών κατά την διάρκεια της ζωής του. Ακόμη και οι πρεσβύτεροι.
Προσπαθώντας να κάνω τον “δικηγόρο του διαβόλου”, υπενθύμισα σε ορισμένους ότι, για παράδειγμα, μετά την απελευθέρωση της τηλεφωνίας απολαμβάνουμε όλοι, λόγω της δυνάμεως του ανταγωνισμού, χαμηλώτερες τιμές στις υπηρεσίες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας. Και ακόμη ότι μετά την εμφάνιση των αλυσίδων πολυκαταστημάτων μας διατέθηκε ένας ολόκληρος κόσμος από αγαθά σε πολύ προσιτές τιμές.
Μου αντέτειναν, μερικοί μάλιστα επιτιμώντας με, ότι “δεν ξέρω τι μου γίνεται, διότι αν ήξερα, τότε γιατί με τόσες προσιτές τιμές και τόσα φτηνά τηλέφωνα και χίλια δυο, το μηνιάτικο εξανεμίζεται από την πρώτη κιόλας εβδομάδα”.
Δεν μπόρεσα να απαντήσω στο αντιεπιστημονικώτατα διατυπωμένο ερώτημά τους. Υπάρχει άραγε απάντηση στο δικό μου;
.
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008
Δημοψήφισμα για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο.
Ενα δημοψήφισμα είναι δείγμα δημοκρατίας (προσοχή, όχι δήγμα). Αυτό οφείλω να το αναγνωρίσω, παρά την έμφυτη δυσπιστία και δημοκρατική καχυποψία μου.
Οι άρχοντες, κάνοντες χρήση των δημοκρατικών τους υποχρεώσεων, από τις πολλές υποχρεώσεις με τις οποίες τους επιφορτίζει το σύνταγμα, απευθύνουν δια του δημοψηφίσματος προς τον λαό, εμάς δηλαδή, ένα ερώτημα. Ωστε να αποκτήσουν μία πιο σαφή εικόνα για την κυρίαρχη θέλησή μας σχετικά με ένα σοβαρό ζήτημα που τους απασχολεί. Αυτούς κι εμάς.
Κι εμείς, ο κυρίαρχος λαός, κάνοντας χρήση των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων, αποκρινόμαστε στο ερώτημα. Και με όση δημοκρατική ευγένεια ακόμη μας απομένει, αφού μπήκαν και στον σπάνιο κόπο να μας ερωτήσουν, δίνουμε στους αρχόντους σαφέστερες και πιο λεπτομερείς εντολές για το σχετικό με το δημοψήφισμα ζήτημα. Ωστε να ξέρουν οι άνθρωποι πως να το χειριστούν. Κάτι σαν “his master's voice”.
Και έπειτα, μετά δηλαδή από αυτήν την κορυφαία δημοκρατική διαδικασία του δημοψηφίσματος, ο κυρίαρχος λαός, εμείς, σίγουρος ότι ξεκαθάρισε ότι είχε να ξεκαθαρίσει προς τους άρχοντες που τον υπηρετούν, ξαναγυρίζει περιχαρής στις συνήθεις δημιουργικές του ασχολίες. Ζάπινγκ και τα συναφή. Οσοι από τον λαό έχουν αϋπνίες. Διότι οι υπόλοιποι, όσοι νιώθουν πολύ κουρασμένοι από την δημοκρατική διαδικασία του δημοψηφίσματος, πάνε κατευθείαν για ύπνο. Μην πιάνουν και τον καναπέ άδικα.
Αυτά, τα παραπάνω θεωρητικά, προβλέπονται από τους κανονισμούς του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Ωστε όταν ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα, κοινώς όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι, να διαθέτουμε ένα δημοκρατικό εργαλείο ώστε να τα αντιμετωπίζουμε. Ως γνωστόν στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Μόνον έξοδα.
Διότι, ναι, ενα δημοψήφισμα έχει έξοδα. Κοστίζει εν ολίγοις αρκετά. Μυστήριο γιατί αλλά η δημορατία δεν είναι δωρεάν. Κοστίζει. Τι να κάνουμε;
Ως εκ τούτου υπάρχει ένα σύνολο δημοκρατικών κανόνων που προβλέπει ποια ζητήματα και με ποιον τρόπο μπορούν να εκτεθούν στην κρίση του λαού, ως δημοψηφίσματα. Μόνον τα σοβαρά. Ωστε να μην σπαταλάται αδίκως το δημόσιο χρήμα. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να γίνει δημοψήφισμα για την επιλογή του άσματος που θα μας εκπροσωπήσει στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό της Γιουροβίζιον. Είναι ένα θέμα ευτελέστατο.
Μία δημοκρατική κυβέρνηση όμως, η οποία σέβεται τον δημοκρατικό εαυτό της, αρνείται να πάρει αυθαίρετες αποφάσεις χωρίς να συμβουλευτεί την πολύτιμη κρίση του κυρίαρχου λαού και κυρίου της τον οποίο υπηρετεί έως αυτοθυσίας ακόμη και για δευτερεύοντα ζητήματα. Λόγω του ότι όμως αυτή η ερώτηση κοστίζει δημόσιο χρήμα, η δημοκρατική κυβέρνηση εκτίθεται σε ένα ηθικό δίλημμα. Εχει το δικαίωμα να ξοδεύει δημόσια χρήματα για “ψύλλου πήδημα”;
Θα περίμενε κανείς, καχύποπτος, κακόβουλος και προφανέστατα αντιδημοκράτης, πως στην εποχή της ηλεκτρονικής, των υπολογιστών, των δικτύων ΑΤΜ, των δικτυωμένων γραφείων προγνωστικών ποδοσφαίρου και “online” στοιχημάτων, να έχει ήδη δημιουργηθεί κάτι ανάλογο και για την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Με ανάλογα περιορισμένο κόστος.
Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι εκτός από το δυσθεώρητο κόστος, τα συστήματα αυτά δεν είναι τόσο ασφαλή. Προφανώς η διεξαγωγή δημοψηφίσματος δια ηλεκτρονικών μέσων απαιτεί περισσότερη ασφάλεια από την κατάθεση και κυρίως την ανάληψη χρημάτων. Η δημοκρατική μας ευαισθησία, παροιμοιώδης, δεν μας επιτρέπει να εκθέσουμε στον κίνδυνο της υποκλοπής ούτε μία δημοκρατική ψήφο.
Ετσι οι άρχοντες, για τα ήσσονος σημασίας ζητήματα δεν έχουν άλλη διέξοδο. Είναι υποχρεωμένοι να καταφύγουν στις λεγόμενες δημοσκοπήσεις. Οι οποίες, είναι εξακριβωμένο, δεν έχουν θεωρηθεί ποτέ και από κανέναν διαβλητές. Και με τον τρόπο αυτό εξοικονομούν και δημόσιο χρήμα το οποίο μπορούν πλέον άφοβα να επενδύσουν σε άλλους πιο εθνοφελείς σκοπούς.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο τεχνικό ζήτημα που σχετίζεται με την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος. Το σύνταγμά μας προβλέπει ότι πρέπει να υπάρξει ένας συγκεκριμένος αριθμός αντιπροσώπων του κυρίαρχου λαού, κοινώς βουλευτών του κοινοβουλίου, ο οποίος να υποστηρίξει μία ανάλογη πρόταση σε σχετική ψηφοφορία στην Βουλή των Ελλήνων.
Δυστυχώς από ότι φαίνεται δεν υπάρχει η δυνατότητα να συγκεντρωθεί ο απαραίτητος αριθμός ψήφων στο κοινοβούλιο που θα στήριζε μία τέτοια πρόταση. Παρόλα αυτά όμως, τα γενναία κόμματα της αντιπολίτευσης, θεωρώντας ύψιστο χρέος τους να υπενθυμίσουν στους κυβερνώντες άρχοντες το δικό τους αντίστοιχο δημοκρατικό χρέος να ερωτήσουν τον κυρίαρχο λαό για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, κατέθεσαν μία ανάλογη πρόταση. Παρότι γνωρίζουν τα εν λόγω κόμματα ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να γίνει δεκτή η πρότασή τους. “Ούτε μία στις χίλιες”, που θα 'λεγε κι ο κυρίαρχος λαός.
Ο κυρίαρχος λαός αδυνατεί ενίοτε να αντιληφθεί την “υψηλή πολιτική” και έννοιες όπως πολιτικό κέρδος ή πολιτικό κόστος. Για τον λόγο αυτό προέβη, με τον κυρίαρχο τσαμπουκά του σε πλήρη λειτουργία, σε πολυάνθρωπες συγκεντρώσεις, ώστε να βεβαιωθεί ότι μετά και από τις δημοσκοπήσεις, μετά και από το επταήμερο των παραλυτικών απεργιών δεν θα μείνει καμμία αμφιβολία στους άρχοντες για την γνώμη και τις προθέσεις του. Και βροντοφώνησε την αντίθεση του στο εν λόγω νομοσχέδιο μέχρι που βράχνιασε.
Και τώρα, διαπορών εν μέσω ζάπινγκ, συλλογίζεται μήπως ήρθε η ώρα να προμηθευτεί τηλεσκόπιον ώστε να ατενίζει την πολυπόθητη σύνταξή του σαν κομήτη χαμένο στο δημοκρατικό διάστημα.
.
Οι άρχοντες, κάνοντες χρήση των δημοκρατικών τους υποχρεώσεων, από τις πολλές υποχρεώσεις με τις οποίες τους επιφορτίζει το σύνταγμα, απευθύνουν δια του δημοψηφίσματος προς τον λαό, εμάς δηλαδή, ένα ερώτημα. Ωστε να αποκτήσουν μία πιο σαφή εικόνα για την κυρίαρχη θέλησή μας σχετικά με ένα σοβαρό ζήτημα που τους απασχολεί. Αυτούς κι εμάς.
Κι εμείς, ο κυρίαρχος λαός, κάνοντας χρήση των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων, αποκρινόμαστε στο ερώτημα. Και με όση δημοκρατική ευγένεια ακόμη μας απομένει, αφού μπήκαν και στον σπάνιο κόπο να μας ερωτήσουν, δίνουμε στους αρχόντους σαφέστερες και πιο λεπτομερείς εντολές για το σχετικό με το δημοψήφισμα ζήτημα. Ωστε να ξέρουν οι άνθρωποι πως να το χειριστούν. Κάτι σαν “his master's voice”.
Και έπειτα, μετά δηλαδή από αυτήν την κορυφαία δημοκρατική διαδικασία του δημοψηφίσματος, ο κυρίαρχος λαός, εμείς, σίγουρος ότι ξεκαθάρισε ότι είχε να ξεκαθαρίσει προς τους άρχοντες που τον υπηρετούν, ξαναγυρίζει περιχαρής στις συνήθεις δημιουργικές του ασχολίες. Ζάπινγκ και τα συναφή. Οσοι από τον λαό έχουν αϋπνίες. Διότι οι υπόλοιποι, όσοι νιώθουν πολύ κουρασμένοι από την δημοκρατική διαδικασία του δημοψηφίσματος, πάνε κατευθείαν για ύπνο. Μην πιάνουν και τον καναπέ άδικα.
Αυτά, τα παραπάνω θεωρητικά, προβλέπονται από τους κανονισμούς του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Ωστε όταν ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα, κοινώς όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι, να διαθέτουμε ένα δημοκρατικό εργαλείο ώστε να τα αντιμετωπίζουμε. Ως γνωστόν στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Μόνον έξοδα.
Διότι, ναι, ενα δημοψήφισμα έχει έξοδα. Κοστίζει εν ολίγοις αρκετά. Μυστήριο γιατί αλλά η δημορατία δεν είναι δωρεάν. Κοστίζει. Τι να κάνουμε;
Ως εκ τούτου υπάρχει ένα σύνολο δημοκρατικών κανόνων που προβλέπει ποια ζητήματα και με ποιον τρόπο μπορούν να εκτεθούν στην κρίση του λαού, ως δημοψηφίσματα. Μόνον τα σοβαρά. Ωστε να μην σπαταλάται αδίκως το δημόσιο χρήμα. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να γίνει δημοψήφισμα για την επιλογή του άσματος που θα μας εκπροσωπήσει στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό της Γιουροβίζιον. Είναι ένα θέμα ευτελέστατο.
Μία δημοκρατική κυβέρνηση όμως, η οποία σέβεται τον δημοκρατικό εαυτό της, αρνείται να πάρει αυθαίρετες αποφάσεις χωρίς να συμβουλευτεί την πολύτιμη κρίση του κυρίαρχου λαού και κυρίου της τον οποίο υπηρετεί έως αυτοθυσίας ακόμη και για δευτερεύοντα ζητήματα. Λόγω του ότι όμως αυτή η ερώτηση κοστίζει δημόσιο χρήμα, η δημοκρατική κυβέρνηση εκτίθεται σε ένα ηθικό δίλημμα. Εχει το δικαίωμα να ξοδεύει δημόσια χρήματα για “ψύλλου πήδημα”;
Θα περίμενε κανείς, καχύποπτος, κακόβουλος και προφανέστατα αντιδημοκράτης, πως στην εποχή της ηλεκτρονικής, των υπολογιστών, των δικτύων ΑΤΜ, των δικτυωμένων γραφείων προγνωστικών ποδοσφαίρου και “online” στοιχημάτων, να έχει ήδη δημιουργηθεί κάτι ανάλογο και για την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Με ανάλογα περιορισμένο κόστος.
Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι εκτός από το δυσθεώρητο κόστος, τα συστήματα αυτά δεν είναι τόσο ασφαλή. Προφανώς η διεξαγωγή δημοψηφίσματος δια ηλεκτρονικών μέσων απαιτεί περισσότερη ασφάλεια από την κατάθεση και κυρίως την ανάληψη χρημάτων. Η δημοκρατική μας ευαισθησία, παροιμοιώδης, δεν μας επιτρέπει να εκθέσουμε στον κίνδυνο της υποκλοπής ούτε μία δημοκρατική ψήφο.
Ετσι οι άρχοντες, για τα ήσσονος σημασίας ζητήματα δεν έχουν άλλη διέξοδο. Είναι υποχρεωμένοι να καταφύγουν στις λεγόμενες δημοσκοπήσεις. Οι οποίες, είναι εξακριβωμένο, δεν έχουν θεωρηθεί ποτέ και από κανέναν διαβλητές. Και με τον τρόπο αυτό εξοικονομούν και δημόσιο χρήμα το οποίο μπορούν πλέον άφοβα να επενδύσουν σε άλλους πιο εθνοφελείς σκοπούς.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο τεχνικό ζήτημα που σχετίζεται με την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος. Το σύνταγμά μας προβλέπει ότι πρέπει να υπάρξει ένας συγκεκριμένος αριθμός αντιπροσώπων του κυρίαρχου λαού, κοινώς βουλευτών του κοινοβουλίου, ο οποίος να υποστηρίξει μία ανάλογη πρόταση σε σχετική ψηφοφορία στην Βουλή των Ελλήνων.
Δυστυχώς από ότι φαίνεται δεν υπάρχει η δυνατότητα να συγκεντρωθεί ο απαραίτητος αριθμός ψήφων στο κοινοβούλιο που θα στήριζε μία τέτοια πρόταση. Παρόλα αυτά όμως, τα γενναία κόμματα της αντιπολίτευσης, θεωρώντας ύψιστο χρέος τους να υπενθυμίσουν στους κυβερνώντες άρχοντες το δικό τους αντίστοιχο δημοκρατικό χρέος να ερωτήσουν τον κυρίαρχο λαό για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, κατέθεσαν μία ανάλογη πρόταση. Παρότι γνωρίζουν τα εν λόγω κόμματα ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να γίνει δεκτή η πρότασή τους. “Ούτε μία στις χίλιες”, που θα 'λεγε κι ο κυρίαρχος λαός.
Ο κυρίαρχος λαός αδυνατεί ενίοτε να αντιληφθεί την “υψηλή πολιτική” και έννοιες όπως πολιτικό κέρδος ή πολιτικό κόστος. Για τον λόγο αυτό προέβη, με τον κυρίαρχο τσαμπουκά του σε πλήρη λειτουργία, σε πολυάνθρωπες συγκεντρώσεις, ώστε να βεβαιωθεί ότι μετά και από τις δημοσκοπήσεις, μετά και από το επταήμερο των παραλυτικών απεργιών δεν θα μείνει καμμία αμφιβολία στους άρχοντες για την γνώμη και τις προθέσεις του. Και βροντοφώνησε την αντίθεση του στο εν λόγω νομοσχέδιο μέχρι που βράχνιασε.
Και τώρα, διαπορών εν μέσω ζάπινγκ, συλλογίζεται μήπως ήρθε η ώρα να προμηθευτεί τηλεσκόπιον ώστε να ατενίζει την πολυπόθητη σύνταξή του σαν κομήτη χαμένο στο δημοκρατικό διάστημα.
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)