Το blog μετακόμισε στο http://anarmodios.wordpress.com/

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Αδαούς απορία.

Ως μη έχων ειδικές γνώσεις περί οικονομίας και τα σχετικά με την οικονομία τεχνικά ζητήματα κατατάσσω τον εαυτό μου στους αδαείς. Οπως δηλαδή είμαι αναγκασμένος να κάνω και με πολλά άλλα θέματα για τα οποία δεν διαθέτω κάποια ειδική τεχνική γνώση.

Βρίσκομαι λοιπόν σε δυσχερή θέση όταν χρειάζεται να εκφράσω την άποψη και την γνώμη μου για ένα τέτοιο ζήτημα όπως η λειτουργία της οικονομίας. Από τη μια η εκσυγχρονισμένη θεώρηση περί λειτουργίας του δημοκρατίας απαιτεί να έχει κανείς ειδική τεχνική γνώση των ζητημάτων όταν πρόκειται να εκφέρει άποψη. Από την άλλη, οι παλαιόθεν εφευρέτες και κατέχοντες την σχετική περί δημοκρατίας πατέντα πρόγονοι, επιμένουν ότι όλοι οι πολίτες έχουν δημοκρατική υποχρέωση να συμβάλλουν με απόψεις και τοποθετήσεις στον δημόσιο δημοκρατικό διάλογο. Είναι ένα προσωπικό αδιέξοδο τελικά αυτό στο οποίο ευρίσκομαι.

Ενθυμούμενος όμως την ηρωϊκή ρήση ότι “στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα”, σκέφθηκα να προβάλλω το επιχείρημα ότι σε έναν δημόσιο διάλογο δεν έχουν αξία και βαρύτητα μόνο οι απόψεις και οι γνώμες αλλά και οι απορίες. Ναι οι απορίες. Ακόμη και των αδαών. Ωστε να έχω και εγώ κάτι να συνεισφέρω. Και για να διατηρήσω κάπως το δημοκρατικό μου δικαίωμα να ζητώ και να λαμβάνω τον λόγο. Ελπίζοντας πως εκφράζοντας απορία και όχι γνώμη ούτε τους εκσυγχρονιστές δημοκράτες που απαιτούν πιστοποιητικά επιστημονικής κατάρτισης πριν από την έκφραση γνώμης θα εξοργίσω, ούτε όμως και θα παρεκκλίνω από τις προγονικές δημοκρατικές προσταγές.

Υπάρχει λοιπόν το γνωστό θεώρημα ότι μία ελεύθερη αγορά αυτορυθμίζεται. Με τέτοιο τρόπο μάλιστα, ώστε στο τέλος οι δυνάμεις του ανταγωνισμού σε συνδυασμό με τις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης να λειτουργήσουν προς όφελος του πολίτη καταναλωτή. Οτι δηλαδή αν ο έμπορος Α πωλεί το εμπόρευμα E στην τιμή T και ο έμπορος Β πωλεί το ίδιο εμπόρευμα E στην τιμή T – X τότε θα αναγκαστεί, λόγω των ανωτέρω δυνάμεων, και ο έμπορος Α να χαμηλώσει την τιμή πώλησης του εμπορεύματος Ε, ώστε να παραμείνει “ανταγωνιστικός”. Και εν τέλει ωφελημένος από αυτή την πτώση των τιμών που επιβάλλει ο από μηχανής θεός ανταγωνισμός, θα βγει ο πολίτης καταναλωτής.

Δεν τολμώ να εκφράσω ανοιχτά την βαθύτατή μου δυσπιστία προς το ανωτέρω θεώρημα για λόγους που ήδη εξήγησα. Είμαι όμως αναγκασμένος, για να μην αδικήσω και την λογική, να ερωτήσω: υπάρχει κάποια απόδειξη για το παραπάνω θεώρημα;

Το ερώτημά μου δεν είναι καθόλου ρητορικό. Η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι οι τιμές των διαφόρων αγαθών πάντα αυξάνονται. Σε μία μάλιστα πρόχειρη έρευνα που διενήργησα μεταξύ γειτόνων συμπολιτών μου είχαν και εκείνοι την ίδια γνώμη και ουδείς διαπίστωσε κάποια άξια λόγου πτώση των τιμών κατά την διάρκεια της ζωής του. Ακόμη και οι πρεσβύτεροι.

Προσπαθώντας να κάνω τον “δικηγόρο του διαβόλου”, υπενθύμισα σε ορισμένους ότι, για παράδειγμα, μετά την απελευθέρωση της τηλεφωνίας απολαμβάνουμε όλοι, λόγω της δυνάμεως του ανταγωνισμού, χαμηλώτερες τιμές στις υπηρεσίες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας. Και ακόμη ότι μετά την εμφάνιση των αλυσίδων πολυκαταστημάτων μας διατέθηκε ένας ολόκληρος κόσμος από αγαθά σε πολύ προσιτές τιμές.

Μου αντέτειναν, μερικοί μάλιστα επιτιμώντας με, ότι “δεν ξέρω τι μου γίνεται, διότι αν ήξερα, τότε γιατί με τόσες προσιτές τιμές και τόσα φτηνά τηλέφωνα και χίλια δυο, το μηνιάτικο εξανεμίζεται από την πρώτη κιόλας εβδομάδα”.

Δεν μπόρεσα να απαντήσω στο αντιεπιστημονικώτατα διατυπωμένο ερώτημά τους. Υπάρχει άραγε απάντηση στο δικό μου;

.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Δημοψήφισμα για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο.

Ενα δημοψήφισμα είναι δείγμα δημοκρατίας (προσοχή, όχι δήγμα). Αυτό οφείλω να το αναγνωρίσω, παρά την έμφυτη δυσπιστία και δημοκρατική καχυποψία μου.

Οι άρχοντες, κάνοντες χρήση των δημοκρατικών τους υποχρεώσεων, από τις πολλές υποχρεώσεις με τις οποίες τους επιφορτίζει το σύνταγμα, απευθύνουν δια του δημοψηφίσματος προς τον λαό, εμάς δηλαδή, ένα ερώτημα. Ωστε να αποκτήσουν μία πιο σαφή εικόνα για την κυρίαρχη θέλησή μας σχετικά με ένα σοβαρό ζήτημα που τους απασχολεί. Αυτούς κι εμάς.

Κι εμείς, ο κυρίαρχος λαός, κάνοντας χρήση των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων, αποκρινόμαστε στο ερώτημα. Και με όση δημοκρατική ευγένεια ακόμη μας απομένει, αφού μπήκαν και στον σπάνιο κόπο να μας ερωτήσουν, δίνουμε στους αρχόντους σαφέστερες και πιο λεπτομερείς εντολές για το σχετικό με το δημοψήφισμα ζήτημα. Ωστε να ξέρουν οι άνθρωποι πως να το χειριστούν. Κάτι σαν “his master's voice”.

Και έπειτα, μετά δηλαδή από αυτήν την κορυφαία δημοκρατική διαδικασία του δημοψηφίσματος, ο κυρίαρχος λαός, εμείς, σίγουρος ότι ξεκαθάρισε ότι είχε να ξεκαθαρίσει προς τους άρχοντες που τον υπηρετούν, ξαναγυρίζει περιχαρής στις συνήθεις δημιουργικές του ασχολίες. Ζάπινγκ και τα συναφή. Οσοι από τον λαό έχουν αϋπνίες. Διότι οι υπόλοιποι, όσοι νιώθουν πολύ κουρασμένοι από την δημοκρατική διαδικασία του δημοψηφίσματος, πάνε κατευθείαν για ύπνο. Μην πιάνουν και τον καναπέ άδικα.

Αυτά, τα παραπάνω θεωρητικά, προβλέπονται από τους κανονισμούς του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Ωστε όταν ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα, κοινώς όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι, να διαθέτουμε ένα δημοκρατικό εργαλείο ώστε να τα αντιμετωπίζουμε. Ως γνωστόν στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Μόνον έξοδα.

Διότι, ναι, ενα δημοψήφισμα έχει έξοδα. Κοστίζει εν ολίγοις αρκετά. Μυστήριο γιατί αλλά η δημορατία δεν είναι δωρεάν. Κοστίζει. Τι να κάνουμε;

Ως εκ τούτου υπάρχει ένα σύνολο δημοκρατικών κανόνων που προβλέπει ποια ζητήματα και με ποιον τρόπο μπορούν να εκτεθούν στην κρίση του λαού, ως δημοψηφίσματα. Μόνον τα σοβαρά. Ωστε να μην σπαταλάται αδίκως το δημόσιο χρήμα. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να γίνει δημοψήφισμα για την επιλογή του άσματος που θα μας εκπροσωπήσει στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό της Γιουροβίζιον. Είναι ένα θέμα ευτελέστατο.

Μία δημοκρατική κυβέρνηση όμως, η οποία σέβεται τον δημοκρατικό εαυτό της, αρνείται να πάρει αυθαίρετες αποφάσεις χωρίς να συμβουλευτεί την πολύτιμη κρίση του κυρίαρχου λαού και κυρίου της τον οποίο υπηρετεί έως αυτοθυσίας ακόμη και για δευτερεύοντα ζητήματα. Λόγω του ότι όμως αυτή η ερώτηση κοστίζει δημόσιο χρήμα, η δημοκρατική κυβέρνηση εκτίθεται σε ένα ηθικό δίλημμα. Εχει το δικαίωμα να ξοδεύει δημόσια χρήματα για “ψύλλου πήδημα”;

Θα περίμενε κανείς, καχύποπτος, κακόβουλος και προφανέστατα αντιδημοκράτης, πως στην εποχή της ηλεκτρονικής, των υπολογιστών, των δικτύων ΑΤΜ, των δικτυωμένων γραφείων προγνωστικών ποδοσφαίρου και “online” στοιχημάτων, να έχει ήδη δημιουργηθεί κάτι ανάλογο και για την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Με ανάλογα περιορισμένο κόστος.

Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι εκτός από το δυσθεώρητο κόστος, τα συστήματα αυτά δεν είναι τόσο ασφαλή. Προφανώς η διεξαγωγή δημοψηφίσματος δια ηλεκτρονικών μέσων απαιτεί περισσότερη ασφάλεια από την κατάθεση και κυρίως την ανάληψη χρημάτων. Η δημοκρατική μας ευαισθησία, παροιμοιώδης, δεν μας επιτρέπει να εκθέσουμε στον κίνδυνο της υποκλοπής ούτε μία δημοκρατική ψήφο.

Ετσι οι άρχοντες, για τα ήσσονος σημασίας ζητήματα δεν έχουν άλλη διέξοδο. Είναι υποχρεωμένοι να καταφύγουν στις λεγόμενες δημοσκοπήσεις. Οι οποίες, είναι εξακριβωμένο, δεν έχουν θεωρηθεί ποτέ και από κανέναν διαβλητές. Και με τον τρόπο αυτό εξοικονομούν και δημόσιο χρήμα το οποίο μπορούν πλέον άφοβα να επενδύσουν σε άλλους πιο εθνοφελείς σκοπούς.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο τεχνικό ζήτημα που σχετίζεται με την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος. Το σύνταγμά μας προβλέπει ότι πρέπει να υπάρξει ένας συγκεκριμένος αριθμός αντιπροσώπων του κυρίαρχου λαού, κοινώς βουλευτών του κοινοβουλίου, ο οποίος να υποστηρίξει μία ανάλογη πρόταση σε σχετική ψηφοφορία στην Βουλή των Ελλήνων.

Δυστυχώς από ότι φαίνεται δεν υπάρχει η δυνατότητα να συγκεντρωθεί ο απαραίτητος αριθμός ψήφων στο κοινοβούλιο που θα στήριζε μία τέτοια πρόταση. Παρόλα αυτά όμως, τα γενναία κόμματα της αντιπολίτευσης, θεωρώντας ύψιστο χρέος τους να υπενθυμίσουν στους κυβερνώντες άρχοντες το δικό τους αντίστοιχο δημοκρατικό χρέος να ερωτήσουν τον κυρίαρχο λαό για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, κατέθεσαν μία ανάλογη πρόταση. Παρότι γνωρίζουν τα εν λόγω κόμματα ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να γίνει δεκτή η πρότασή τους. “Ούτε μία στις χίλιες”, που θα 'λεγε κι ο κυρίαρχος λαός.

Ο κυρίαρχος λαός αδυνατεί ενίοτε να αντιληφθεί την “υψηλή πολιτική” και έννοιες όπως πολιτικό κέρδος ή πολιτικό κόστος. Για τον λόγο αυτό προέβη, με τον κυρίαρχο τσαμπουκά του σε πλήρη λειτουργία, σε πολυάνθρωπες συγκεντρώσεις, ώστε να βεβαιωθεί ότι μετά και από τις δημοσκοπήσεις, μετά και από το επταήμερο των παραλυτικών απεργιών δεν θα μείνει καμμία αμφιβολία στους άρχοντες για την γνώμη και τις προθέσεις του. Και βροντοφώνησε την αντίθεση του στο εν λόγω νομοσχέδιο μέχρι που βράχνιασε.

Και τώρα, διαπορών εν μέσω ζάπινγκ, συλλογίζεται μήπως ήρθε η ώρα να προμηθευτεί τηλεσκόπιον ώστε να ατενίζει την πολυπόθητη σύνταξή του σαν κομήτη χαμένο στο δημοκρατικό διάστημα.

.